Πώς συνδέονται η βία και η δύναμη;

Η βία και η δύναμη συνδέονται, αλλά δεν είναι το ίδιο. Δείτε πότε η δύναμη γίνεται βία και γιατί η αντίληψη μετρά.
Περιεχόμενα άρθρου

Η δύναμη δεν είναι πάντα βία — αλλά η βία είναι πάντα μια μορφή δύναμης που στρέφεται εναντίον κάποιου

Η σχέση ανάμεσα στη βία και στη δύναμη είναι πιο περίπλοκη από όσο φαίνεται αρχικά.

Οι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις δύο λέξεις σαν να είναι σχεδόν ίδιες, αλλά δεν είναι. Η δύναμη μπορεί να είναι θετική, ουδέτερη ή αρνητική, ανάλογα με το πώς χρησιμοποιείται, σε ποιο πλαίσιο εφαρμόζεται και πώς τη βιώνει ο άνθρωπος που τη δέχεται. Η βία, αντίθετα, γίνεται σχεδόν πάντα αντιληπτή ως αρνητική δύναμη, διότι παραβιάζει, βλάπτει, εξαναγκάζει, τρομοκρατεί ή αφαιρεί από κάποιον κάτι που θεωρεί δικό του: ασφάλεια, αξιοπρέπεια, έλεγχο, σωματική ακεραιότητα, ελευθερία ή ζωή.

Το δύσκολο σημείο είναι ότι αυτό δεν ισχύει μόνο για «τους άλλους». Ισχύει και για εμάς. Όταν εμείς χρησιμοποιούμε δύναμη μέσα στα όρια της δικής μας ζώνης άνεσης, συχνά δεν την αναγνωρίζουμε ως βία. Τη βαφτίζουμε «δυναμισμό», «αυστηρότητα», «αντίδραση», «δικαίωμα», «όριο», «αγανάκτηση» ή «απάντηση». Αν όμως η ίδια συμπεριφορά στραφεί εναντίον μας, μπορεί ξαφνικά να τη βιώσουμε ως επίθεση, αδικία ή βιαιοπραγία.

Αυτό είναι ένα από τα βασικά προβλήματα της ανθρώπινης σύγκρουσης. Ο καθένας βλέπει τη δική του δύναμη ως αναγκαία και τη δύναμη του άλλου ως υπερβολική. Ο καθένας πιστεύει ότι η δική του πίεση δικαιολογείται, ενώ η πίεση του άλλου είναι επιθετικότητα. Και μέσα σε αυτή την αντίφαση γεννιούνται πολλές συγκρούσεις που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.

 

Η σύντομη απάντηση

Η βία και η δύναμη συνδέονται επειδή κάθε πράξη βίας προϋποθέτει κάποια μορφή δύναμης: σωματική, λεκτική, ψυχολογική, κοινωνική, οικονομική ή θεσμική. Όμως δεν είναι κάθε δύναμη βία. Η δύναμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προστατεύσει, να συγκρατήσει, να στηρίξει, να οριοθετήσει ή να αποτρέψει. Γίνεται βία όταν χρησιμοποιείται για να βλάψει, να υποτάξει, να εξαναγκάσει, να ταπεινώσει ή να πάρει κάτι από κάποιον χωρίς νόμιμο και εύλογο λόγο.

Η δυσκολία βρίσκεται στην αντίληψη. Ο άνθρωπος που ασκεί δύναμη μπορεί να πιστεύει ότι κάνει κάτι αναγκαίο. Ο άνθρωπος που τη δέχεται μπορεί να τη βιώνει ως απειλή. Ένας άνθρωπος που έχει συνηθίσει τη βία μπορεί να είναι απευαισθητοποιημένος σε επίπεδα συμπεριφοράς που για άλλους είναι τρομακτικά. Αντίθετα, ένας άνθρωπος που δεν έχει εμπειρία σύγκρουσης μπορεί να βιώσει ακόμη και έντονη λεκτική πίεση ως βία.

Αυτό σημαίνει ότι η αυτοπροστασία δεν αφορά μόνο το πώς αντιμετωπίζουμε τη βία των άλλων. Αφορά και το πώς αναγνωρίζουμε τη δική μας δύναμη πριν γίνει πρόβλημα. Στην πραγματική ζωή, πολλές συγκρούσεις δεν ξεκινούν επειδή κάποιος «ήθελε βία», αλλά επειδή κάποιος χρησιμοποίησε δύναμη χωρίς να καταλάβει πώς την αντιλαμβανόταν ο άλλος.

 

Αυτό το άρθρο είναι για εσάς αν…

Αυτό το άρθρο είναι για όσους πιστεύουν ότι η βία αρχίζει μόνο όταν κάποιος χτυπήσει.

Αυτή είναι μια πολύ στενή και επικίνδυνα καθυστερημένη αντίληψη. Η βία μπορεί να έχει προηγηθεί με λόγια, τρόπο, επιβολή, πίεση, εκφοβισμό, ταπείνωση, απειλή ή κατάχρηση ισχύος. Η σωματική σύγκρουση συχνά είναι το τελευταίο στάδιο μιας διαδικασίας που είχε ήδη αρχίσει.

Είναι επίσης για όσους χρησιμοποιούν «δυναμισμό» χωρίς να σκέφτονται πότε αυτός γίνεται πίεση ή απειλή για τον άλλον. Δεν είναι κάθε δυνατή συμπεριφορά λάθος. Ο άνθρωπος πρέπει να μπορεί να μιλήσει καθαρά, να βάλει όρια, να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να προστατεύσει τους δικούς του. Όμως υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη σταθερότητα και στον καταναγκασμό, ανάμεσα στην οριοθέτηση και στην επιβολή, ανάμεσα στη δύναμη που προστατεύει και στη δύναμη που παραβιάζει.

Το άρθρο είναι και για όσους εκπαιδεύονται στην αυτοάμυνα. Αν κάποιος δεν κατανοεί τη σχέση απειλής, δύναμης, βίας και αντίληψης, μπορεί να υποτιμήσει μια πραγματική απειλή ή να υπεραντιδράσει σε κάτι που δεν απαιτούσε σωματική απάντηση. Και τα δύο είναι επικίνδυνα. Το πρώτο μπορεί να τον βάλει σε κίνδυνο. Το δεύτερο μπορεί να τον οδηγήσει σε νομικές και ηθικές συνέπειες.

 

Τι θα μάθετε

Σε αυτό το άρθρο θα εξετάσουμε πώς συνδέονται η βία και η δύναμη, αλλά και γιατί δεν πρέπει να τις συγχέουμε. Θα δούμε γιατί η δύναμη μπορεί να είναι θετική, ουδέτερη ή αρνητική, ενώ η βία σχεδόν πάντα βιώνεται ως αρνητική δύναμη από εκείνον που τη δέχεται.

Θα δούμε επίσης γιατί η βία είναι υποκειμενική ως εμπειρία. Δεν εννοούμε ότι δεν υπάρχουν αντικειμενικές πράξεις βίας. Εννοούμε ότι το όριο στο οποίο κάποιος αναγνωρίζει κάτι ως βία επηρεάζεται από την εμπειρία του, την απευαισθητοποίησή του, τη θέση του στο περιστατικό, το αν κερδίζει ή χάνει και το αν αυτό που συμβαίνει βρίσκεται μέσα ή έξω από τη δική του ζώνη άνεσης.

Θα αναλύσουμε τον ρόλο της απευαισθητοποίησης, χωρίς απλουστεύσεις. Η έρευνα γύρω από τη βία στα μέσα και στα ηλεκτρονικά παιχνίδια είναι σύνθετη: η American Psychological Association έχει προειδοποιήσει ότι δεν είναι επιστημονικά σωστό να αποδίδεται η εγκληματική βία ή οι μαζικοί πυροβολισμοί αποκλειστικά στα βίαια video games, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει μικρή αλλά αξιόπιστη συσχέτιση ανάμεσα στη χρήση βίαιων video games και σε επιθετικά αποτελέσματα. Άρα το ζήτημα δεν είναι να κάνουμε εύκολες κατηγορίες, αλλά να καταλάβουμε πώς η συνεχής έκθεση σε βία μπορεί να επηρεάζει την αντίληψη και την ευαισθησία μας.

Τέλος, θα δούμε γιατί στο Combatives Group διδάσκουμε την αποκλιμάκωση όσο το δυνατόν νωρίτερα, όταν η απουσία, η αποφυγή και η απόδραση δεν κατέστησαν δυνατές. Διότι η σύγκρουση σπάνια αρχίζει τη στιγμή που πέφτει το πρώτο χτύπημα. Συχνά έχει αρχίσει πολύ νωρίτερα, με τρόπο, λόγια, στάση, προσβολή ή παραβίαση.

 

Βασικά σημεία

  • Η βία και η δύναμη συνδέονται, αλλά δεν ταυτίζονται. Η δύναμη μπορεί να είναι θετική, ουδέτερη ή αρνητική, ενώ η βία είναι δύναμη που βιώνεται ως βλάβη, παραβίαση, καταναγκασμός ή απειλή.
  • Η βία είναι υποκειμενική ως προς το πότε κάποιος την αναγνωρίζει, επειδή κάθε άνθρωπος έχει διαφορετική ζώνη άνεσης, διαφορετική εμπειρία και διαφορετικό επίπεδο απευαισθητοποίησης.
  • Όταν εμείς ασκούμε δύναμη, συχνά τη θεωρούμε δικαιολογημένη. Όταν τη δεχόμαστε, μπορεί να τη βιώσουμε ως βία. Αυτή η αντίφαση τροφοδοτεί πολλές συγκρούσεις.
  • Η συνεχής έκθεση σε εικόνες βίας μπορεί να επηρεάσει την ευαισθησία και την αντίληψη του ανθρώπου, αν και η σχέση ανάμεσα σε βίαιο περιεχόμενο, επιθετικότητα και εγκληματική βία δεν πρέπει να παρουσιάζεται απλοϊκά. American Academy of Pediatrics έχει αναφέρει ότι η βία στα μέσα μπορεί να συμβάλει σε επιθετική συμπεριφορά, απευαισθητοποίηση, εφιάλτες και φόβο βλάβης, ενώ η APA προειδοποιεί να μην αποδίδουμε σύνθετα βίαια εγκλήματα σε έναν μόνο παράγοντα.)
  • Η σύγκρουση δεν είναι πάντα η αρχή της βίας. Συχνά η βία έχει προηγηθεί με λόγια, συμπεριφορές, απειλές, προσβολές ή πράξεις που κάποιος βίωσε ως παραβίαση.
  • Η αυτοπροστασία απαιτεί να αναγνωρίζουμε όχι μόνο τη βία των άλλων, αλλά και τη δική μας συμβολή στην κλιμάκωση.

 

Εισαγωγή: Όταν η δική μας δύναμη δεν μας φαίνεται βία

Η πιο δυσάρεστη αλήθεια σε αυτό το θέμα είναι ότι η βία δεν είναι κάτι που αφορά μόνο «τους κακούς», «τους εγκληματίες» ή «τους άλλους ανθρώπους». Αφορά και εμάς. Όλοι οι άνθρωποι διαθέτουμε δύναμη σε κάποια μορφή. Μπορεί να είναι σωματική δύναμη, λεκτική δύναμη, κοινωνική ισχύς, οικονομική πίεση, συναισθηματική επιρροή, θεσμική θέση ή απλώς ο δυναμισμός με τον οποίο επιβάλλουμε τη θέλησή μας σε μια κατάσταση.

Η ειρωνεία είναι ότι όταν χρησιμοποιούμε αυτή τη δύναμη μέσα στα όρια της δικής μας ζώνης άνεσης, δεν τη θεωρούμε βία. Αν μιλήσουμε απότομα, λέμε ότι «έπρεπε να ακουστεί η αλήθεια». Αν δείξουμε με το δάχτυλο, λέμε ότι «δώσαμε έμφαση». Αν πιέσουμε κάποιον, λέμε ότι «δεν υπήρχε άλλος τρόπος». Αν ανεβάσουμε ένταση, λέμε ότι «μας ανάγκασαν». Όταν όμως ο άλλος κάνει το ίδιο σε εμάς, τότε η ερμηνεία αλλάζει. Ξαφνικά δεν είναι δυναμισμός, είναι επιθετικότητα. Δεν είναι έμφαση, είναι απειλή. Δεν είναι όριο, είναι βία.

Αυτός είναι ο λόγος που οι συγκρούσεις συχνά δεν ξεκινούν από την ίδια την πράξη, αλλά από την αντίληψη της πράξης. Ο ένας πιστεύει ότι χρησιμοποιεί εύλογη δύναμη. Ο άλλος πιστεύει ότι δέχεται βία. Από εκεί και μετά, το μυαλό αρχίζει να χτίζει αφήγηση. «Με προσέβαλε». «Με απείλησε». «Με αδίκησε». «Πρέπει να απαντήσω». Και όταν η απάντηση έρχεται, ο κύκλος συνεχίζεται.

 

Η διαφορά ανάμεσα στη βία και στη δύναμη

Η δύναμη από μόνη της δεν είναι κακή. Χωρίς δύναμη δεν μπορούμε να προστατεύσουμε, να στηρίξουμε, να σταθούμε σταθεροί, να οριοθετήσουμε ή να δράσουμε όταν χρειάζεται. Ένας γονέας χρειάζεται δύναμη για να προστατεύσει το παιδί του. Ένας πολίτης χρειάζεται δύναμη για να βάλει όρια. Ένας αστυνομικός χρειάζεται νόμιμη δύναμη για να σταματήσει μια επικίνδυνη κατάσταση. Ένας άνθρωπος χρειάζεται εσωτερική δύναμη για να φύγει από μια σύγκρουση χωρίς να τον κυβερνήσει ο εγωισμός.

Η βία, όμως, είναι η δύναμη που στρέφεται εναντίον κάποιου με τρόπο που προκαλεί βλάβη, φόβο, εξαναγκασμό ή παραβίαση. Μπορεί να είναι σωματική, αλλά δεν περιορίζεται εκεί. Μπορεί να είναι λεκτική, ψυχολογική, κοινωνική ή οικονομική. Μπορεί να είναι εμφανής ή ύπουλη. Μπορεί να είναι ωμή ή «πολιτισμένη» στην επιφάνεια. Το κεντρικό στοιχείο δεν είναι πάντα το μέσο, αλλά η χρήση του: χρησιμοποιείται για προστασία ή για επιβολή; Για οριοθέτηση ή για ταπείνωση; Για αναγκαία αποτροπή ή για καταναγκασμό;

Για αυτό η ίδια πράξη μπορεί να κριθεί διαφορετικά ανάλογα με το πλαίσιο. Ένα δυνατό κράτημα μπορεί να είναι προστατευτική συγκράτηση ενός ανθρώπου που κινδυνεύει να πέσει, μπορεί όμως να είναι και επιθετικός περιορισμός. Μια έντονη φωνή μπορεί να είναι προειδοποίηση σε άμεσο κίνδυνο, μπορεί όμως να είναι και εκφοβισμός.

Η διάκριση δεν βρίσκεται μόνο στην ένταση, αλλά στο πλαίσιο, στην πρόθεση, στη σχέση των προσώπων, στη δυνατότητα επιλογής και στο αποτέλεσμα.

 

Γιατί η βία είναι υποκειμενική ως εμπειρία

Όταν λέμε ότι η βία είναι υποκειμενική, δεν εννοούμε ότι όλα είναι θέμα γνώμης.

Υπάρχουν πράξεις που είναι ξεκάθαρα βίαιες, παράνομες και αντικειμενικά επικίνδυνες. Εννοούμε ότι οι άνθρωποι αναγνωρίζουν, ανέχονται ή απορρίπτουν τη βία με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με την εμπειρία τους και τη ζώνη άνεσής τους.

Ένας άνθρωπος που έχει μεγαλώσει ή ζήσει σε περιβάλλον με συχνή βία μπορεί να έχει απευαισθητοποιηθεί σε συμπεριφορές που για άλλους θα ήταν αδιανόητες. Μπορεί να φωνάζει, να σπρώχνει, να απειλεί ή να επιβάλλεται χωρίς να θεωρεί ότι κάνει κάτι ιδιαίτερα βίαιο. Στο δικό του εσωτερικό μέτρο, αυτά μπορεί να είναι «φυσιολογικά». Αν όμως κάποιος άλλος του ασκήσει μεγαλύτερη πίεση από αυτή που έχει μάθει να αντέχει, τότε ξαφνικά αναγνωρίζει τη βία, επειδή η κατάσταση υπερβαίνει τη δική του ζώνη άνεσης.

Το ίδιο ισχύει και για εμάς. Μπορεί να θεωρούμε απολύτως δικαιολογημένο να μιλήσουμε σκληρά, να πιέσουμε, να επιμείνουμε, να πλησιάσουμε, να δείξουμε, να απαιτήσουμε ή να «βάλουμε κάποιον στη θέση του». Αν όμως ο άλλος απαντήσει με περισσότερη δύναμη, τότε μπορεί να αισθανθούμε ότι αδικηθήκαμε. Εκεί εμφανίζεται η γνωστή αντιστροφή: όσο νιώθουμε ότι ελέγχουμε τη σύγκρουση, δεν τη λέμε βία· όταν αρχίσουμε να χάνουμε, τη λέμε βιαιοπραγία.

Αυτό έχει μεγάλη σημασία για την αυτοπροστασία, διότι πολλοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τη δική τους συμμετοχή στην κλιμάκωση. Πιστεύουν ότι ήταν απλώς «δυναμικοί», μέχρι ο άλλος να απαντήσει. Τότε παρουσιάζουν τον εαυτό τους αποκλειστικά ως θύμα.

Η πραγματικότητα μπορεί να είναι πιο σύνθετη.

Και σε μια σοβαρή εκπαίδευση, αυτή η αυτογνωσία είναι απαραίτητη.

 

Η απευαισθητοποίηση στη βία

Η απευαισθητοποίηση είναι ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα, επειδή δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος γίνεται εγκληματίας ή επικίνδυνος. Σημαίνει ότι ο άνθρωπος συνηθίζει την εικόνα, τον ήχο, τη γλώσσα ή την ιδέα της βίας σε τέτοιο βαθμό ώστε να μειώνεται η συναισθηματική του αντίδραση σε αυτήν. Αυτό μπορεί να συμβεί μέσα από πραγματική εμπειρία, μέσα από σκληρά περιβάλλοντα, μέσα από επαγγέλματα υψηλής έκθεσης, μέσα από πόλεμο, αλλά και μέσα από χρόνια έκθεση σε βίαιο περιεχόμενο.

Στη σύγχρονη κοινωνία, η βία βρίσκεται παντού ως εικόνα. Ειδήσεις, ταινίες, σειρές, παιχνίδια, κοινωνικά δίκτυα, βίντεο πραγματικών επιθέσεων, πολεμικό υλικό, εγκληματικές ιστορίες. Παιδιά και έφηβοι μπορούν να δουν σε λίγα χρόνια περισσότερες απεικονίσεις βίας από όσες θα έβλεπαν παλαιότερες γενιές σε ολόκληρη ζωή. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε παιδί που βλέπει βία θα γίνει βίαιο. Θα ήταν απλοϊκό και άδικο να το πούμε έτσι. Σημαίνει όμως ότι η εικόνα της βίας μπορεί να γίνει καθημερινή, σχεδόν κοινή, κάτι που καταναλώνεται μαζί με το φαγητό, το γέλιο ή την ψυχαγωγία.

Η επιστημονική συζήτηση γύρω από τα βίαια video games και τη βία είναι σύνθετη. Η APA έχει τονίσει ότι δεν πρέπει να αποδίδουμε εγκληματική βία ή μαζικούς πυροβολισμούς στη χρήση βίαιων video games, διότι η βία είναι σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο με πολλούς παράγοντες. Την ίδια στιγμή, η ίδια αναγνωρίζει μικρή αλλά αξιόπιστη συσχέτιση ανάμεσα στη χρήση βίαιων video games και σε ορισμένα επιθετικά αποτελέσματα. Αυτό είναι πιο σοβαρή θέση από το να πούμε είτε «τα παιχνίδια φταίνε για όλα» είτε «δεν παίζει κανέναν ρόλο η έκθεση». Η αλήθεια απαιτεί προσοχή.

Για το θέμα μας, το βασικό σημείο δεν είναι να κατηγορήσουμε ένα μέσο. Είναι να καταλάβουμε ότι ο άνθρωπος μπορεί να συνηθίσει τη βία όταν την καταναλώνει συνεχώς χωρίς συνέπειες. Στην οθόνη, κάποιος χάνει, ξαναρχίζει, πυροβολεί, πέφτει, σηκώνεται, αλλάζει πίστα. Στην πραγματική ζωή, δεν υπάρχει επανεκκίνηση.

Υπάρχει αίμα, τραύμα, φυλακή, πένθος, ενοχή, νοσοκομείο, θάνατος και άνθρωποι που μένουν πίσω.

 

Η δύναμη ως θετικό, ουδέτερο ή αρνητικό στοιχείο

Η δύναμη δεν πρέπει να δαιμονοποιείται. Μια κοινωνία χωρίς καμία μορφή δύναμης δεν μπορεί να προστατεύσει τους αδύναμους. Ένας άνθρωπος χωρίς δύναμη δεν μπορεί να οριοθετήσει τον εαυτό του. Μια οικογένεια χωρίς δύναμη δεν μπορεί να προστατέψει τα μέλη της. Ένας πολίτης χωρίς εσωτερική δύναμη μπορεί να γίνει έρμαιο του φόβου, της χειραγώγησης ή της κακοποίησης.

Η δύναμη μπορεί να είναι θετική όταν προστατεύει. Μπορεί να είναι ουδέτερη όταν απλώς εκφράζει ικανότητα, σταθερότητα ή παρουσία. Γίνεται αρνητική όταν χρησιμοποιείται για να κάμψει την ελευθερία του άλλου χωρίς εύλογο λόγο ή για να τον βλάψει. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει δύναμη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς χρησιμοποιείται.

Ένας άνθρωπος μπορεί να θέσει με δύναμη ένα σημείο σε μια συζήτηση για να δώσει έμφαση. Αυτό μπορεί να είναι απολύτως θεμιτό. Αν όμως αρχίσει να δείχνει απειλητικά, να πλησιάζει, να μειώνει τον άλλον, να τον εγκλωβίζει λεκτικά ή σωματικά, τότε η ίδια ενέργεια αποκτά άλλη ποιότητα. Για εκείνον που τη δέχεται, μπορεί πλέον να μη μοιάζει με δυναμισμό αλλά με επίθεση.

Εδώ φαίνεται ξανά η σημασία της αντίληψης. Το άτομο που χρησιμοποιεί τη δύναμη μπορεί να πιστεύει ότι είναι απαραίτητη. Το άτομο που τη δέχεται μπορεί να πιστεύει ότι παραβιάζεται. Αν κανείς από τους δύο δεν έχει επίγνωση αυτής της διαφοράς, η κατάσταση μπορεί να κλιμακωθεί πολύ γρήγορα.

 

Όταν η δύναμη γίνεται βία

Η δύναμη γίνεται βία όταν συνδέεται με καταναγκασμό, βλάβη, απειλή, ταπείνωση ή άδικη αφαίρεση.

Μπορεί να μην έχει πέσει ακόμη χτύπημα, αλλά το κλίμα μπορεί ήδη να είναι βίαιο. Αν κάποιος χρησιμοποιεί φωνή, θέση σώματος, κοινωνική ισχύ, αριθμητική υπεροχή ή ψυχολογική πίεση για να εξαναγκάσει τον άλλον, τότε η βία έχει ήδη αρχίσει σε κάποιο επίπεδο.

Αυτό είναι το σημείο που πολλοί άνθρωποι δεν βλέπουν. Πιστεύουν ότι η σύγκρουση αρχίζει όταν υπάρξει σωματική επαφή. Στην πραγματικότητα, η σύγκρουση μπορεί να έχει αρχίσει πολύ νωρίτερα. Μπορεί να άρχισε με έναν τρόπο, με μια προσβολή, με ένα ειρωνικό σχόλιο, με μια απειλητική στάση, με μια εισβολή στον προσωπικό χώρο, με μια υποτιμητική χειρονομία ή με την αίσθηση ότι κάποιος «πήρε» κάτι από τον άλλον: σεβασμό, χώρο, δικαίωμα, κύρος ή έλεγχο.

Από εκεί και μετά, η φυσική βία μπορεί να είναι απλώς το επόμενο στάδιο. Όχι η αρχή. Αυτό είναι κρίσιμο για όποιον θέλει να κατανοήσει την αυτοπροστασία. Αν περιμένει το πρώτο χτύπημα για να αναγνωρίσει ότι υπάρχει πρόβλημα, έχει ήδη καθυστερήσει.

Γι’ αυτό η εκπαίδευση πρέπει να βοηθά τον άνθρωπο να βλέπει τα προστάδια της βίας. Πώς μιλά κάποιος. Πώς πλησιάζει. Πώς επιμένει. Πώς αλλάζει το πρόσωπο, η στάση, ο τόνος και η απόσταση. Πώς η πίεση μετατρέπεται σε απειλή. Και πώς μπορούμε να απομακρυνθούμε, να αποκλιμακώσουμε ή να προστατευτούμε πριν η κατάσταση γίνει σωματική.

 

Το πρόβλημα του «πήρα» και «μου πήραν»

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, βίας και δύναμης, υπάρχει συχνά ένα βαθύτερο ζήτημα: κάποιος προσπαθεί να πάρει κάτι ή πιστεύει ότι του πήραν κάτι. Αυτό το «κάτι» δεν είναι πάντα υλικό. Μπορεί να είναι σεβασμός, προσοχή, δικαίωμα, θέση, κύρος, έλεγχος, προσωπικός χώρος ή αίσθηση δικαιοσύνης.

Πολλές συγκρούσεις γεννιούνται επειδή κάποιος πιστεύει ότι υπέστη παραβίαση. Μπορεί να είναι πραγματική. Μπορεί να είναι φανταστική. Μπορεί να είναι μικρή. Μπορεί να είναι σοβαρή. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι μέσα στο μυαλό του ανθρώπου που αντιδρά, η παραβίαση έχει αξία. Αν ο άνθρωπος δεν έχει υπομονή, αυτοέλεγχο ή εμπειρία, μπορεί να προσπαθήσει να πάρει πίσω αυτό που πιστεύει ότι έχασε μέσω δύναμης. Και αν αυτή η δύναμη συναντήσει αντίσταση, μπορεί να γίνει βία.

Εδώ χρειάζεται ειλικρίνεια. Όλοι έχουμε όρια στο πόση «ανοησία», αγένεια, προσβολή ή αδικία πιστεύουμε ότι μπορούμε να δεχτούμε. Το θέμα είναι τι κάνουμε όταν πιστεύουμε ότι αυτό το όριο ξεπεράστηκε. Ο ώριμος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που δεν νιώθει ποτέ θυμό. Είναι εκείνος που δεν αφήνει τον θυμό να τον κάνει βίαιο χωρίς λόγο.

Η αυτοπροστασία, λοιπόν, δεν είναι μόνο να προστατεύομαι από τον άλλον.

Είναι να προστατεύω τον εαυτό μου και από τη δική μου παρόρμηση να κλιμακώσω μια κατάσταση επειδή αισθάνθηκα ότι κάτι μου πήραν.

 

Η σύγκρουση δεν είναι πάντα η αρχή

Πολλοί άνθρωποι έχουν την αντίληψη ότι η σύγκρουση είναι η αρχή της βίας.

Βλέπουν δύο ανθρώπους να τσακώνονται και θεωρούν ότι εκεί ξεκίνησε το πρόβλημα. Όμως συχνά η βία έχει προηγηθεί σε άλλη μορφή. Μπορεί να προηγήθηκε με τον τρόπο, με τα λόγια, με την περιφρόνηση, με την απειλή, με την πίεση ή με κάποια πράξη που ένας από τους δύο βίωσε ως προσβολή ή αδικία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε προσβολή δικαιολογεί βία. Δεν τη δικαιολογεί. Σημαίνει όμως ότι, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την κλιμάκωση, πρέπει να δούμε τι συνέβη πριν από το σημείο που όλοι προσέχουν. Το χτύπημα μπορεί να είναι το πιο ορατό σημείο, αλλά όχι απαραίτητα το πρώτο. Η βία μπορεί να έχει ήδη ξεκινήσει ως ψυχολογική ή λεκτική πίεση.

Στην πραγματική αυτοπροστασία, αυτό είναι πολύ σημαντικό. Αν κάποιος καταλαβαίνει μόνο τη σωματική βία, θα αργήσει να αντιληφθεί το πρόβλημα. Αν όμως μπορεί να αναγνωρίσει τη διαδικασία κλιμάκωσης, έχει περισσότερες επιλογές: να απουσιάσει, να αποφύγει, να αποδράσει ή να αποκλιμακώσει. Το Combatives Group δίνει μεγάλη σημασία σε αυτή τη φάση ακριβώς επειδή η σωματική συμπλοκή είναι το σημείο όπου οι επιλογές έχουν ήδη μειωθεί.

Η καλύτερη στιγμή να σταματήσει η βία είναι πριν γίνει φυσική.

 

Αποκλιμάκωση: όχι αδυναμία, αλλά έλεγχος

Αν οι ασκούμενοι του Combatives Group δεν μπόρεσαν να απουσιάσουν, να αποφύγουν ή να αποδράσουν από μια εν δυνάμει βίαιη κατάσταση, τότε πρέπει να μάθουν να την αποκλιμακώνουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Η αποκλιμάκωση δεν είναι δειλία, ούτε υποταγή, ούτε παραίτηση από το δικαίωμα αυτοπροστασίας. Είναι έλεγχος της κατάστασης πριν χαθεί ο έλεγχος εντελώς.

Η αποκλιμάκωση απαιτεί δύναμη, αλλά διαφορετική δύναμη. Απαιτεί αυτοκυριαρχία, ικανότητα παρατήρησης, έλεγχο φωνής, έλεγχο απόστασης, κατανόηση του εγωισμού και επίγνωση του πότε μια κουβέντα κάνει τα πράγματα χειρότερα. Ο άνθρωπος που μπορεί να φύγει χωρίς να νιώσει ότι έχασε, έχει περισσότερη δύναμη από εκείνον που πρέπει πάντα να απαντά.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα αποκλιμακώνονται. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν θέλουν λύση. Θέλουν υποταγή, λεία, έλεγχο ή βλάβη. Εκεί η αποκλιμάκωση μπορεί να μην είναι αρκετή. Όμως αν δεν τη γνωρίζετε, θα μπείτε σε συμπλοκές που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Και αν τη χρησιμοποιείτε εκεί που ήδη υπάρχει άμεση απειλή, μπορεί να αργήσετε. Η σοβαρή εκπαίδευση πρέπει να διδάσκει τη διάκριση.

Αυτό είναι το δύσκολο κομμάτι: να ξέρεις πότε μιλάς, πότε φεύγεις, πότε σταματάς, πότε δεν απαντάς και πότε η κατάσταση δεν είναι πλέον για λόγια.

 

Η σχέση δύναμης, βίας και νόμου

Στην αυτοάμυνα πολιτών, η σχέση δύναμης και βίας δεν είναι μόνο ψυχολογικό ή κοινωνικό θέμα. Είναι και νομικό. Δεν αρκεί να πιστεύει κανείς ότι «είχε δίκιο». Πρέπει η αντίδρασή του να βρίσκεται μέσα στα όρια της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Ο Ποινικός Κώδικας ορίζει την άμυνα ως αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου για υπεράσπιση από παρούσα και άδικη επίθεση.

Αυτό σημαίνει ότι η χρήση δύναμης στην αυτοάμυνα πρέπει να συνδέεται με πραγματική απειλή. Δεν αρκεί να μας ενόχλησε κάποιος. Δεν αρκεί να μας μίλησε άσχημα. Δεν αρκεί να μας πρόσβαλε. Δεν αρκεί να νιώσαμε ότι «μας πήρε τον σεβασμό». Η σωματική βία δεν είναι νόμιμο εργαλείο διόρθωσης του εγωισμού μας.

Ταυτόχρονα, όταν υπάρχει παρούσα και άδικη επίθεση, ο πολίτης έχει δικαίωμα να προστατευτεί. Το ζήτημα είναι το μέτρο. Πόση δύναμη είναι αναγκαία; Πότε σταματά η ανάγκη; Πότε η προστασία γίνεται τιμωρία; Πότε η άμυνα γίνεται υπέρβαση; Αυτά δεν λύνονται με συνθήματα. Χρειάζονται εκπαίδευση, κρίση και αυτοκυριαρχία.

Αυτός είναι ένας ακόμη λόγος που η κατανόηση της δύναμης και της βίας είναι τόσο σημαντική.

Όποιος δεν καταλαβαίνει τη διαφορά, κινδυνεύει είτε να μην κάνει τίποτα όταν πρέπει είτε να κάνει υπερβολικά πολλά όταν δεν πρέπει.

 

Η θέση του Combatives Group

Η θέση του Combatives Group είναι ότι η βία και η δύναμη πρέπει να μελετώνται με σοβαρότητα, όχι με φαντασία.

Δεν αρκεί να μάθει κάποιος τεχνικές αν δεν καταλαβαίνει πότε η δύναμη που χρησιμοποιεί γίνεται βία, πότε η βία που δέχεται απαιτεί αντίδραση και πότε η καλύτερη λύση είναι η απομάκρυνση ή η αποκλιμάκωση.

Η εκπαίδευση πρέπει να ξεκινά από την επίγνωση. Πρέπει να βοηθά τον ασκούμενο να καταλαβαίνει τον εαυτό του, όχι μόνο τον επιτιθέμενο. Πρέπει να αναγνωρίζει τον εγωισμό του, τα όριά του, την τάση του να δικαιολογεί τη δική του δύναμη και να καταδικάζει τη δύναμη του άλλου. Πρέπει να μάθει ότι η σωματική σύγκρουση συχνά δεν ξεκινά με το πρώτο χτύπημα, αλλά πολύ νωρίτερα.

Αν η απουσία, η αποφυγή και η απόδραση δεν είναι δυνατές, τότε η αποκλιμάκωση είναι κρίσιμο εργαλείο. Αν και αυτή αποτύχει και υπάρχει πραγματική απειλή, τότε η αυτοάμυνα πρέπει να είναι αναγκαία, άμεση και αναλογική. Ο σκοπός δεν είναι να επιβληθούμε. Ο σκοπός είναι να προστατευτούμε και να τελειώσει η απειλή.

Αυτός είναι ο λόγος που το Combatives δεν διδάσκει απλώς δύναμη.

Διδάσκει πότε, γιατί και μέχρι πού.

 

Τελική σκέψη

Η βία και η δύναμη συνδέονται, αλλά δεν είναι το ίδιο.

Η δύναμη είναι εργαλείο. Μπορεί να προστατεύσει ή να καταστρέψει. Μπορεί να στηρίξει ή να υποτάξει. Μπορεί να οριοθετήσει ή να παραβιάσει. Η βία είναι η στιγμή που η δύναμη χρησιμοποιείται με τρόπο που βλάπτει, εξαναγκάζει, τρομοκρατεί ή αφαιρεί.

Το πιο δύσκολο είναι να δούμε καθαρά τη δική μας πλευρά. Να αναγνωρίσουμε ότι και εμείς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε δύναμη με τρόπο που ο άλλος βιώνει ως βία. Να καταλάβουμε ότι η σύγκρουση μπορεί να έχει ξεκινήσει πριν το πρώτο χτύπημα. Να μάθουμε ότι η αποκλιμάκωση δεν είναι αδυναμία, αλλά έλεγχος. Και να θυμόμαστε ότι η αυτοπροστασία δεν αφορά μόνο το πώς θα σωθούμε από τον βίαιο άνθρωπο, αλλά και το πώς δεν θα γίνουμε εμείς μέρος της βίας που υποτίθεται ότι θέλουμε να αποφύγουμε.

Η πραγματική δύναμη δεν είναι να κάνεις πάντα αυτό που μπορείς.

Είναι να ξέρεις πότε δεν πρέπει.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Σημείωση περιεχομένου

Το άρθρο εξετάζει τη σχέση βίας, δύναμης, απευαισθητοποίησης και σύγκρουσης. Σκοπός δεν είναι η ηθικολογία, αλλά η καθαρή κατανόηση του πότε η δύναμη γίνεται βία και πώς αυτό επηρεάζει την αυτοπροστασία.

Σημείωση ασφαλείας

Το άρθρο δεν παρέχει τεχνικές οδηγίες σωματικής βίας. Η εκπαίδευση αυτοπροστασίας και αυτοάμυνας πρέπει να γίνεται με υπεύθυνη καθοδήγηση, ελεγχόμενη πίεση και σαφή στόχο ασφάλειας και διαφυγής.

Νομική σημείωση

Το άρθρο δεν αποτελεί νομική συμβουλή. Η χρήση δύναμης σε αυτοάμυνα πολιτών πρέπει να συνδέεται με παρούσα και άδικη επίθεση και να παραμένει μέσα στα όρια της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

Σημείωση κατά της φαντασίωσης

Η δύναμη δεν είναι από μόνη της αρετή και η βία δεν αρχίζει πάντα με χτύπημα. Η φαντασίωση ότι «εγώ απλώς ήμουν δυναμικός» μπορεί να γίνει επικίνδυνη όταν ο άλλος τη βιώνει ως απειλή.

Σημείωση εμπειρίας

Το Combatives Group θεωρεί ότι η πραγματική εκπαίδευση αυτοπροστασίας πρέπει να διδάσκει όχι μόνο πώς να χρησιμοποιεί κάποιος δύναμη, αλλά και πώς να αναγνωρίζει πότε η δύναμη οδηγεί σε κλιμάκωση.

Επικοινωνία

Αν θέλετε να μάθετε πώς διδάσκονται η επίγνωση, η αποκλιμάκωση, η σχέση απειλής και βίας, και η ρεαλιστική αυτοπροστασία, επικοινωνήστε με το Combatives Group.

20/03/2018
Συγγραφέας: Καπανταϊδάκης Ζαχαρίας

Μοίρασέ το:

Σχετικά άρθρα

Η Ενασχόλησή μου με το Combatives

«Η Ενασχόλησή μου με το Combatives μου έχει δείξει κάποιες μεγάλες αλήθειες που δεν περίμενα αρχικά. Άρχισα να παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου με άλλο μάτι. Το combatives μπήκε στην καθημερινότητα μου.»

Η Αβεβαιότητα των Συγκυριών

Πόσο ρεαλιστική είναι η εκάστοτε πολεμική τέχνη στο δρόμο; Ποιές τεχνικές «μετράνε» στο δρόμο και ποιές είναι απλώς χορευτικές επιδείξεις; Είναι όλοι το ίδιο ικανοί να εκτελέσουν τέτοια πράγματα; Μήπως χρειάζεται κάτι πιό απλό και «προσγειωμένο»;

Ο δάσκαλός μου έχει 100 Dan!!!

Στηρίζεσαι στις ικανότητές σου ή όσα λέγονται για το σύστημα που μαθαίνεις; Μπορείς να κάνεις όσα κάνει ο εκπαιδευτής σου; Έχεις μάθει τίποτα που να σου εμπνέει αυτοπεποίθηση; Πόσο αποτελεσματικός νιώθεις; Έχεις κερδίσει τίποτα από όλο αυτό; Έχει αλλάξει τίποτα σε σένα ή στον τρόπο σκέψης σου;

ΟΡΟΙ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

Με την αποστολή της φόρμας συμμετοχής στο σεμινάριο, δηλώνω ότι συμφωνώ με τους όρους και τις προϋποθέσεις που παρατίθενται εδώ:

  • Οι αιτήσεις συμμετοχής θα κλείσουν 2 ημέρες πριν την έναρξη του σεμιναρίου.
  • Υποχρεωτικός εξοπλισμός: Σαγιονάρες, Πετσέτα προσώπου
  • Προαιρετικός εξοπλισμός: Κάσκα, Μασέλα, Σπασουάρ.
  • Οι συμμετέχοντες οφείλουν να είναι οικονομικά εντάξει πριν την έναρξη του σεμιναρίου. Παρέχονται τραπεζικός λογαριασμός και PayPal, μέσω email. Απόδειξη λαμβάνεται ηλεκτρονικά. Εδώ αναγράφονται οι τρόποι πληρωμής.
  • Οι συμμετέχοντες θα λάβουν Βεβαίωση Συμμετοχής.

Πληρωμή σεμιναρίου:

Οι πληρωμές συμμετοχής θα καταβάλλονται τουλάχιστον 24 ώρες πριν την έναρξη του σεμιναρίου στη γραμματεία ή μέσω Paypal μέσω του ακόλουθου συνδέσμου (πληρωμή σεμιναρίου), στη διοργανώτρια εταιρεία Ανθρώπινη Ανάπτυξη ΑΜΚΕ – Human Development NPO. Μη πληρωμένες αιτήσεις θα θεωρηθούν άκυρες.

Η απόδειξη πληρωμής θα σταλεί ηλεκτρονικά στο δηλωμένο e-mail μετά το πέρας του σεμιναρίου. Πλήρης επιστροφή του καταβληθέντος ποσού γίνεται για ακυρώσεις συμμετοχής τουλάχιστον 24 ώρες πριν την έναρξη του σεμιναρίου. Η ακύρωση πρέπει να γίνει ηλεκτρονικά με σχετικό email ή τηλεφωνικά.

ΟΡΟΙ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ

Η ακύρωση πρέπει να γίνει ηλεκτρονικά, μέσω της Φόρμας Ακύρωσης Συμμετοχής. Εναλλακτικά, καλέστε μας στο 210.80.47.244, εγκαίρως. Θυμηθείτε ότι η γραμματεία λειτουργεί καθημερινές, από τις 10:00 έως τις 16:00.