Γιατί το Combatives αφορά πολίτες, αστυνομικούς και στρατιωτικούς – αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο
Οι τεχνοτροπία των Combatives είναι από τα λίγα συστήματα που έχουν χρησιμοποιηθεί τόσο σε αστικό όσο και σε πολεμικό περιβάλλον, χωρίς να χάσουν τον βασικό τους πυρήνα.
Αυτό είναι σημαντικό.
Δεν μιλάμε για άθλημα που προσπαθεί εκ των υστέρων να γίνει αυτοάμυνα. Δεν μιλάμε για παραδοσιακή πολεμική τέχνη που προσαρμόζεται αργά στη σύγχρονη πραγματικότητα. Δεν μιλάμε για θεωρητικό σύστημα που σχεδιάστηκε σε αίθουσα χωρίς να δοκιμαστεί σε πίεση (η άθληση δεν θεωρείται πίεση με την έννοια της επιβίωσης).
Μιλάμε για μια μεθοδολογία που γεννήθηκε από πρακτική ανάγκη: την ανάγκη να επιβιώσουν και να λειτουργήσουν άνθρωποι που αντιμετώπιζαν πραγματική βία.
Η ιστορία του Combatives ξεκινά σε αστικό περιβάλλον, με το Defendu του William Ewart Fairbairn στη Σαγκάη των αρχών του 20ού αιώνα. Η Σαγκάη εκείνης της εποχής δεν ήταν απλώς μια δύσκολη πόλη. Θεωρούνταν μία από τις πιο βίαιες πόλεις του κόσμου, με εγκληματικότητα, συμμορίες, ένοπλη βία, οργανωμένο έγκλημα και αστυνομικούς που καλούνταν να λειτουργήσουν σε συνθήκες πραγματικού κινδύνου.
Αργότερα, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ίδια βάση μετατράπηκε και προσαρμόστηκε για πολεμική χρήση, με πολύ σκληρότερη φιλοσοφία, διαφορετικό σκοπό και διαφορετικούς κανόνες εμπλοκής.
Αυτή η διπλή ιστορική πορεία είναι που κάνει το θέμα ενδιαφέρον.
Το Combatives μπορεί να εφαρμοστεί σε πολίτες, αστυνομικούς και στρατιωτικούς.
Όχι όμως με τον ίδιο σκοπό.
Όχι με το ίδιο νομικό πλαίσιο.
Όχι με την ίδια ένταση.
Όχι με την ίδια τελική επιδίωξη.
Ο πολίτης θέλει να προστατευτεί και να διαφύγει.
Ο αστυνομικός θέλει να ελέγξει, να περιορίσει και να συλλάβει.
Ο στρατιωτικός θέλει να ολοκληρώσει αποστολή σε πολεμικό περιβάλλον.
Η μεθοδολογία μπορεί να έχει κοινές αρχές.
Η εφαρμογή όμως αλλάζει.
Η σύντομη απάντηση
Το Combatives δημιουργήθηκε αρχικά για αστική εφαρμογή, κυρίως μέσα από την εμπειρία του Fairbairn και του Sykes σε περιβάλλον έντονης εγκληματικής βίας στη Σαγκάη. Αργότερα, κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ίδια βάση προσαρμόστηκε για στρατιωτικές και ειδικές επιχειρησιακές ανάγκες, ώστε στρατιώτες, ειδικές μονάδες και προσωπικό μυστικών υπηρεσιών να αποκτούν γρήγορα απλές, άμεσες και αποτελεσματικές δεξιότητες μάχης σώμα με σώμα.
Σήμερα, το Combatives παραμένει χρήσιμο σε τρία διαφορετικά περιβάλλοντα:
Για τον πολίτη, ως σύστημα αυτοπροστασίας και αυτοάμυνας με έμφαση στην πρόληψη, την αποφυγή, τη διαφυγή και την αναγκαία προστατευτική δράση.
Για τον αστυνομικό, ως μεθοδολογία ελέγχου, περιορισμού, σύλληψης και διαχείρισης βίαιων ή μη συνεργάσιμων ανθρώπων, με σαφές πλαίσιο αναλογικότητας.
Για τον στρατιωτικό, ως εργαλείο κοντινής μάχης και επιβίωσης όταν η αποστολή, το περιβάλλον και οι κανόνες εμπλοκής είναι τελείως διαφορετικοί από την πολιτική αυτοάμυνα.
Το λάθος αρχίζει όταν μπερδεύουμε αυτά τα τρία περιβάλλοντα.
Ο πολίτης δεν είναι στρατιώτης.
Ο αστυνομικός δεν είναι αθλητής.
Ο στρατιωτικός δεν εκπαιδεύεται για καυγά στον δρόμο.
Και το Combatives, όταν διδάσκεται σωστά, ξέρει τη διαφορά.
Αυτό το άρθρο είναι για εσάς αν…
Αυτό το άρθρο είναι για όσους θέλουν να καταλάβουν γιατί το Combatives Group υποστηρίζει ότι το σύστημα μπορεί να αφορά πολίτες, αστυνομία και στρατό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλοι εκπαιδεύονται με τον ίδιο τρόπο.
Είναι για όσους μπερδεύουν την αυτοάμυνα πολιτών με τη στρατιωτική μάχη. Αυτή είναι επικίνδυνη σύγχυση. Ο πολίτης έχει άλλο νομικό πλαίσιο, άλλες ανάγκες και άλλες συνέπειες. Η πολεμική φιλοσοφία δεν μπορεί να μεταφερθεί άκριτα στην κοινωνία.
Είναι επίσης για όσους πιστεύουν ότι ένα σύστημα που έχει πολεμική ιστορία είναι αυτομάτως υπερβολικό για πολίτες. Ούτε αυτό είναι σωστό. Η αρχική ρίζα του Combatives ήταν αστική και αστυνομική. Το σύστημα δεν γεννήθηκε ως άθλημα, αλλά ούτε γεννήθηκε αποκλειστικά για πολεμικό πεδίο.
Η αξία του βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην προσαρμογή των ίδιων αρχών σε διαφορετικά περιβάλλοντα.
Τι θα μάθετε
Σε αυτό το άρθρο θα δούμε πώς το Combatives ξεκίνησε ως Defendu σε αστικό περιβάλλον και πώς αργότερα πήρε πολεμική μορφή κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Θα εξετάσουμε γιατί η μεθοδολογία έπρεπε να είναι απλή, άμεση και αποτελεσματική. Οι άνθρωποι που εκπαιδεύονταν δεν είχαν δεκαετίες μπροστά τους. Είχαν ανάγκη από πρακτική ικανότητα σε σύντομο χρόνο.
Θα δούμε επίσης γιατί η εφαρμογή αλλάζει ανάλογα με το περιβάλλον. Στον πολίτη, το ζητούμενο είναι η ασφάλεια και η διαφυγή. Στον αστυνομικό, ο έλεγχος και η σύλληψη. Στον στρατιωτικό, η ολοκλήρωση αποστολής σε πλαίσιο πολέμου.
Θα δούμε ακόμη πώς η ιστορική γραμμή του Combatives επηρεάστηκε από διαφορετικές πηγές: ασιατικά συστήματα, ευρωπαϊκές πολεμικές παραδόσεις, Bartitsu, αστυνομική εμπειρία, ειδικές επιχειρήσεις και πολεμικές ανάγκες του 20ού αιώνα.
Τέλος, θα εξηγήσουμε γιατί το Combatives δεν έγινε ποτέ άθλημα και γιατί αυτό έχει σημασία για όσους ενδιαφέρονται για ρεαλιστική αυτοάμυνα.
Βασικά σημεία
- Το Combatives έχει αρχική αστική/αστυνομική ρίζα, πριν αποκτήσει πολεμική εφαρμογή.
- Το Defendu του Fairbairn αναπτύχθηκε πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και επηρεάστηκε από ασιατικά συστήματα, πρακτική εμπειρία και ανάγκη άμεσης εφαρμογής.
- Η Σαγκάη των αρχών του 20ού αιώνα έδωσε στο σύστημα ένα πραγματικό εργαστήριο βίας, αστυνόμευσης και άμεσης δοκιμής.
- Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η μεθοδολογία προσαρμόστηκε για στρατιωτικές και ειδικές επιχειρησιακές ανάγκες.
- Η αστική εφαρμογή δίνει έμφαση στην προστασία, τον έλεγχο, την αποφυγή υπέρβασης και τη διαφυγή.
- Η αστυνομική εφαρμογή δίνει έμφαση στον περιορισμό, τον έλεγχο και τη σύλληψη.
- Η πολεμική εφαρμογή έχει διαφορετικό σκοπό, διαφορετικό πλαίσιο και διαφορετική ένταση.
- Το Combatives δεν έγινε άθλημα, γιατί ο σκοπός του δεν ήταν ποτέ ο αγώνας με κανόνες.
- Το ίδιο σύστημα μπορεί να προσαρμοστεί σε πολίτες, αστυνομία και στρατό μόνο όταν ο εκπαιδευτής καταλαβαίνει το πλαίσιο κάθε ομάδας.
Εισαγωγή: Μια μέθοδος, πολλές εφαρμογές
Κάθε σοβαρό σύστημα αυτοάμυνας πρέπει να απαντά σε ένα πρακτικό ερώτημα:
Σε ποιον απευθύνεται και για ποιο περιβάλλον τον προετοιμάζει;
Αν δεν υπάρχει καθαρή απάντηση, αρχίζει η σύγχυση. Άλλο πράγμα είναι η αυτοπροστασία ενός πολίτη. Άλλο πράγμα είναι ο έλεγχος ενός βίαιου υπόπτου από αστυνομικό. Άλλο πράγμα είναι η κοντινή μάχη σε στρατιωτική αποστολή. Μπορεί να υπάρχουν κοινές αρχές, αλλά δεν είναι το ίδιο πρόβλημα.
Το Combatives έχει το πλεονέκτημα ότι έχει περάσει ιστορικά και από τα τρία αυτά πεδία. Δεν ξεκίνησε ως αθλητική δραστηριότητα. Δεν χτίστηκε γύρω από τουρνουά, ζώνες ή βαθμούς. Χτίστηκε γύρω από την ανάγκη να λειτουργεί όταν η βία είναι πραγματική.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε εφαρμογή του είναι ίδια. Σημαίνει ότι ο πυρήνας του είναι πρακτικός. Απλότητα. Αμεσότητα. Αποτελεσματικότητα. Γρήγορη εκμάθηση. Χρήση υπό πίεση. Καθαρή μεθοδολογία.
Η διαφορά βρίσκεται στο πλαίσιο.
Και το πλαίσιο καθορίζει τα όρια.
Η Σαγκάη ως ιστορικό εργαστήριο βίας
Για να καταλάβει κανείς το Combatives, πρέπει πρώτα να καταλάβει το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αρχική του μορφή.
Η Σαγκάη των αρχών του 20ού αιώνα ήταν ένα εξαιρετικά βίαιο, πυκνό, πολύπλοκο και διεθνές αστικό περιβάλλον. Δεν ήταν μια ήρεμη πόλη όπου κάποιοι θεωρητικοί σχεδίασαν τεχνικές σε αίθουσα. Ήταν χώρος όπου η αστυνομία αντιμετώπιζε συμμορίες, ένοπλη βία, οργανωμένο έγκλημα, επιθέσεις και καθημερινό κίνδυνο.
Από το 1915 και μετά, την ίδια περίοδο που στις Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονταν ονόματα όπως ο Τομ Ντένισον, ο Τζόννι Τόριο, ο Αλ Καπόνε, ο Ντατς Σουλτς και ο Λάκι Λουτσιάνο, η Σαγκάη εξακολουθούσε να θεωρείται από πολλούς ως ιδιαίτερα βίαιο περιβάλλον. Αυτό δείχνει το ειδικό βάρος της πόλης μέσα στην ιστορία της οργανωμένης βίας.
Εκεί ο Fairbairn δεν είχε την πολυτέλεια να αναπτύξει ένα θεωρητικό σύστημα. Έπρεπε να βρει τι λειτουργεί. Τι μπορεί να μάθει γρήγορα ένας άνθρωπος. Τι μπορεί να χρησιμοποιηθεί υπό πίεση. Τι βοηθά έναν αστυνομικό να επιβιώσει και να ελέγξει έναν βίαιο άνθρωπο.
Αυτό είναι το βασικό ιστορικό σημείο.
Το Combatives δεν γεννήθηκε από ανάγκη άθλησης ή επίδειξης.
Δεν γεννήθηκε σε σχολές και συλλόγους και προσαρμόστηκε σε άθληση.
Γεννήθηκε από ανάγκη επιβίωσης και λειτουργίας.
Από το Defendu στο Combatives
Η ιστορία του Combatives συνδέεται άμεσα με τον William Ewart Fairbairn και τον Eric Anthony Sykes. Η αρχική μορφή, γνωστή ως Defendu, αναπτύχθηκε σε αστικό περιβάλλον, μέσα από πραγματική εμπειρία αστυνομικής δράσης σε εξαιρετικά βίαιες συνθήκες.
Στην αρχική του μορφή, το σύστημα έπρεπε να εξυπηρετεί αστυνομικές ανάγκες. Αυτό σημαίνει άμυνα, έλεγχο, περιορισμό, υποταγή βίαιου ή μη συνεργάσιμου ανθρώπου και δυνατότητα σύλληψης. Δεν ήταν «χτύπα και φύγε». Έπρεπε να δίνει στον αστυνομικό τρόπο να παραμείνει ζωντανός, αλλά και να κάνει τη δουλειά του.
Στη συνέχεια, με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ανάγκες άλλαξαν. Το πλαίσιο έγινε πολεμικό. Η εφαρμογή έγινε βαρύτερη. Η φιλοσοφία προσαρμόστηκε στη στρατιωτική αποστολή. Η ταχύτητα εκπαίδευσης έγινε κρίσιμη. Το σύστημα έπρεπε να διδάσκεται γρήγορα σε ανθρώπους που θα βρίσκονταν σύντομα σε πολύ επικίνδυνες συνθήκες.
Η αρχική ονομασία Defendu συνδέεται με την αστική και αστυνομική του μορφή. Κατά την πολεμική του προσαρμογή, το σύστημα συνδέθηκε στενά με το όνομα του Fairbairn και συχνά αναφερόταν ως Fairbairn System. Μετά τον πόλεμο, η ευρύτερη ονομασία Combatives επικράτησε για να περιγράψει αυτή τη μεθοδολογία άοπλης και ένοπλης μάχης σώμα με σώμα, προσαρμοσμένη σε πραγματικές ανάγκες.
Έτσι, το Defendu μετασχηματίστηκε σε αυτό που αργότερα αναγνωρίστηκε ως Combatives.
Δυτικό ή ασιατικό σύστημα;
Υπάρχει συχνά η άποψη ότι το Combatives είναι καθαρά δυτικό σύστημα. Αυτή η θέση είναι κατανοητή από πλευράς μεθοδολογίας, αλλά ιστορικά χρειάζεται προσοχή.
Ο Fairbairn είχε επηρεαστεί σημαντικά από ασιατικά συστήματα. Η εκπαίδευσή του σε Ju Jutsu/Jiu Jitsu και άλλες πρακτικές επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο διαμόρφωσε το Shanghai system και το Defendu. Έχοντας μαθητεύσει σε βάθος με δασκάλους ασιατικών συστημάτων της εποχής, είναι λογικό να ενσωμάτωσε στοιχεία που είχε δοκιμάσει, προσαρμόσει και επαναδιατυπώσει μέσα από την αστυνομική του εμπειρία.
Ταυτόχρονα, πολλές τεχνικές που θεωρούνται ασιατικές έχουν ανάλογες μορφές και σε ευρωπαϊκά μεσαιωνικά συστήματα. Υπάρχουν τεχνικές ελέγχου, λαβές, ρίψεις, χειρισμοί σώματος και χρήση όπλων σε ευρωπαϊκά χειρόγραφα ήδη από τον 15ο αιώνα. Άρα η συζήτηση «ανατολικό ή δυτικό» δεν πρέπει να γίνεται με απλοϊκό τρόπο.
Η βία, η λαβή, η ισορροπία, το όπλο, η κοντινή απόσταση και η ανάγκη ελέγχου ανθρώπινου σώματος δεν ανήκουν αποκλειστικά σε έναν πολιτισμό.
Αυτό που έκανε το Combatives περισσότερο δυτικό δεν ήταν απαραίτητα η προέλευση κάθε τεχνικής. Ήταν η μεθοδολογία διδασκαλίας.
Λίγος χρόνος.
Καθαρός σκοπός.
Καμία μυστικιστική διαδρομή.
Καμία μακρόχρονη φιλοσοφική εισαγωγή.
Απλή, άμεση και αποτελεσματική μετάδοση δεξιοτήτων για συγκεκριμένο περιβάλλον.
Αυτό είναι το σημαντικό.
Το ιστορικό ενδιάμεσο του Bartitsu
Πριν από το Defendu, υπήρξε στην Ευρώπη μια πολύ ενδιαφέρουσα προσπάθεια σύνθεσης συστημάτων για πολιτική αυτοάμυνα: το Bartitsu.
Το Bartitsu δημιουργήθηκε γύρω στο 1900 από τον William Barton-Wright και αποτέλεσε ένα υβριδικό σύστημα που συνδύαζε στοιχεία από ιαπωνικό Ju Jutsu/Ju Jitsu/Jiu Jitsu, πυγμαχία, πάλη, ξιφασκία, γαλλικό Savate, μπαστούνι και άλλα στοιχεία πρακτικής μάχης. Σκοπός του ήταν να προσφέρει στον πολίτη μια μέθοδο αυτοάμυνας που δεν βασιζόταν σε μία μόνο παράδοση.
Αυτό έχει σημασία διότι δείχνει ότι η ιδέα ενός πρακτικού, σύνθετου συστήματος πολιτικής αυτοάμυνας δεν εμφανίστηκε ξαφνικά με το Combatives. Υπήρχε ήδη μια ευρωπαϊκή αναζήτηση για συστήματα που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σε αστικό περιβάλλον, απέναντι σε πραγματικές απειλές της εποχής.
Το Bartitsu δεν έγινε το Combatives. Όμως ανήκει στο ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η σκέψη ότι η αυτοάμυνα για πολίτες πρέπει να είναι πρακτική, σύνθετη και προσαρμοσμένη στην πραγματικότητα της πόλης.
Το Defendu και αργότερα το Combatives πήγαν αυτή τη λογική πολύ πιο μακριά, με πιο άμεση αστυνομική και αργότερα πολεμική εφαρμογή.
Η αστική εφαρμογή του Combatives
Η αστική εφαρμογή του Shanghai system, αργότερα Combatives είναι η αρχική του βάση. Στη Σαγκάη, το ζητούμενο δεν ήταν αθλητική νίκη. Ήταν επιβίωση, έλεγχος και αστυνομική λειτουργικότητα μέσα σε βίαιο περιβάλλον.
Ο αστυνομικός δεν μπορούσε να αντιμετωπίζει κάθε περιστατικό σαν πολεμική αποστολή. Έπρεπε να ελέγξει, να περιορίσει, να συλλάβει, να προστατεύσει τον εαυτό του και να αποφύγει όσο μπορούσε την άσκοπη υπέρβαση. Αυτό απαιτεί διαφορετική σκέψη από τον στρατιώτη.
Στην αστική εφαρμογή, το Combatives πρέπει να απαντά σε ερωτήματα όπως:
Πώς προστατεύομαι;
Πώς ελέγχω έναν επιθετικό άνθρωπο;
Πώς αποφεύγω να βρεθώ σε μειονεκτική θέση;
Πώς σταματώ μια απειλή χωρίς να συνεχίσω άσκοπα;
Πώς δημιουργώ δυνατότητα διαφυγής;
Πώς κρατώ το μέτρο;
Αυτά είναι ερωτήματα πολιτών και αστυνομικών. Όχι στρατιωτών σε εμπόλεμη ζώνη.
Η αστική εφαρμογή απαιτεί ρεαλισμό, αλλά και περιορισμό. Δύναμη, αλλά και φρένο. Αποτελεσματικότητα, αλλά και αναλογικότητα.
Ο πολίτης και η εφαρμογή του Combatives
Για τον πολίτη, το Combatives δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως μέθοδος «μάχης». Πρέπει να παρουσιάζεται ως μέθοδος αυτοπροστασίας και αυτοάμυνας.
Ο πολίτης δεν έχει αποστολή να νικήσει. Δεν έχει καθήκον να συλλάβει. Δεν έχει στρατιωτική εντολή. Δεν έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί δύναμη χωρίς άμεση ανάγκη. Έχει δικαίωμα να προστατεύσει τον εαυτό του ή άλλον από άμεση και άδικη απειλή, με αναγκαίο και ανάλογο τρόπο.
Άρα, στην πολιτική εφαρμογή, το Combatives πρέπει να δίνει έμφαση σε:
επίγνωση,
αποφυγή,
απουσία,
απόδραση,
διαχείριση απειλής,
σωματική προστασία όταν δεν υπάρχει άλλη επιλογή,
άμεση διαφυγή,
νομικό και ηθικό μέτρο.
Αν ο πολίτης πάρει την πολεμική εκδοχή και την εφαρμόσει άκριτα στην κοινωνία, μπορεί να καταστρέψει τη ζωή του. Αν όμως πάρει τις αρχές του Combatives και τις εφαρμόσει στο σωστό πολιτικό πλαίσιο, αποκτά κάτι πολύτιμο: απλότητα, αποφασιστικότητα και ρεαλισμό χωρίς θεατρικότητα.
Ο αστυνομικός και η εφαρμογή του Combatives
Ο αστυνομικός βρίσκεται ανάμεσα στον πολίτη και τον στρατιωτικό. Δεν είναι απλός πολίτης, γιατί έχει καθήκον παρέμβασης. Δεν είναι στρατιωτικός σε πόλεμο, γιατί λειτουργεί μέσα στην κοινωνία, απέναντι σε πολίτες, με πλαίσιο νόμου, αναλογικότητας και λογοδοσίας.
Αυτό κάνει την εκπαίδευσή του ιδιαίτερα δύσκολη.
Χρειάζεται να μπορεί να μιλήσει, να αποκλιμακώσει, να περιμένει, να ελέγξει, να περιορίσει, να συλλάβει, να προστατεύσει τρίτους, να προστατεύσει τον εαυτό του και να σταματήσει όταν πρέπει. Χρειάζεται ανθρώπινες δεξιότητες και σωματικές δεξιότητες. Χρειάζεται τακτική και αυτοκυριαρχία.
Εδώ η αστική ρίζα του Combatives έχει μεγάλη αξία. Η αρχική μεθοδολογία δεν ήταν αθλητική. Ήταν εφαρμοσμένη σε περιβάλλον βίαιης αστυνόμευσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι μεταφέρεται αυτούσια σήμερα. Οι εποχές, οι νόμοι και οι πολιτικές χρήσης δύναμης έχουν αλλάξει. Αλλά η ανάγκη για απλές, άμεσες και λειτουργικές δεξιότητες παραμένει.
Ο αστυνομικός χρειάζεται Combatives με μέτρο, έλεγχο και ευθύνη.
Όχι πολεμική φαντασίωση.
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η αλλαγή φιλοσοφίας
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άλλαξε ριζικά το πλαίσιο. Η ανάγκη πλέον δεν ήταν μόνο να ελεγχθεί ένας βίαιος ύποπτος σε αστική συνθήκη. Ήταν να εκπαιδευτούν γρήγορα στρατιώτες, άνδρες ειδικών μονάδων και προσωπικό μυστικών υπηρεσιών ώστε να λειτουργούν σε συνθήκες πολέμου.
Η φύση του πολέμου είχε αλλάξει. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος είχε ταυτιστεί με χαρακώματα, στατικότητα, τεράστιες απώλειες και μικρές μετακινήσεις με τρομερό κόστος. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έφερε πολύ πιο ταχύτατες, μαζικές και δυναμικές επιχειρήσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Blitzkrieg, τον «αστραπιαίο πόλεμο».
Αυτό δημιούργησε νέες ανάγκες. Οι στρατοί δεν μπορούσαν να βασίζονται μόνο σε παλιές στατικές μεθόδους. Χρειάζονταν πληροφορίες, ειδικές μονάδες, σαμποτάζ, παρενόχληση, διείσδυση, δράση πίσω από γραμμές και ανθρώπους που μπορούσαν να λειτουργήσουν σε μικρές ομάδες, συχνά σε ακραίες συνθήκες.
Εδώ η φιλοσοφία του Combatives έγινε πιο σκληρή. Ο χρόνος εκπαίδευσης ήταν περιορισμένος. Οι συνθήκες ήταν ακραίες. Η αποστολή είχε προτεραιότητα. Η μάχη σώμα με σώμα δεν ήταν αθλητική αναμέτρηση ούτε πολιτική αυτοάμυνα. Ήταν εργαλείο επιβίωσης και ολοκλήρωσης αποστολής.
Αυτό εξηγεί γιατί το “Wartime Combatives” δίνει έμφαση σε ακραία απλότητα και άμεσο αποτέλεσμα. Δεν υπήρχε χώρος για μακροχρόνια μαθητεία. Δεν υπήρχε χώρος για τελετουργία. Δεν υπήρχε χώρος για πνευματική φιλοσοφία. Υπήρχε ανάγκη λειτουργίας.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η πολεμική λογική μεταφέρεται σε πολίτες χωρίς μετάφραση.
Ο πολίτης δεν είναι σε πόλεμο.
Ο εκπαιδευτής που δεν κάνει αυτή τη διάκριση διδάσκει επικίνδυνα.
Μυστικές υπηρεσίες, ειδικές επιχειρήσεις και νέες ανάγκες
Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ανάγκη για ειδική εκπαίδευση δεν αφορούσε μόνο τον κλασικό στρατιώτη. Αφορούσε και ανθρώπους που θα εργάζονταν σε ειδικές αποστολές, μυστικές επιχειρήσεις, σαμποτάζ, συλλογή πληροφοριών και δράση σε εχθρικό περιβάλλον.
Στη Βρετανία, υπηρεσίες και οργανισμοί ειδικών επιχειρήσεων αναζήτησαν ανθρώπους που μπορούσαν να εκπαιδεύσουν γρήγορα προσωπικό σε «βρώμικο» πόλεμο, κοντινή μάχη, όπλα, σιωπηλή δράση και επιβίωση. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, αντίστοιχες ανάγκες οδήγησαν σε αναζήτηση μεθόδων και εκπαιδευτών που μπορούσαν να μεταφέρουν πρακτική γνώση σε σύντομο χρόνο.
Σε αυτή την ιστορική φάση εμφανίζονται καθοριστικά ονόματα: Fairbairn, Sykes, Rex Applegate και Dermot “Pat” O’Neill ή άλλοι εκπαιδευτές της εποχής ανάλογα με το πλαίσιο, ενώ στη Βόρεια Αμερική σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση αποδίδεται και στον Underwood. Αναδεικνύονται ιδιαίτερα η τετράδα Fairbairn, Sykes, Applegate και Underwood ως βασικοί φορείς διάδοσης και εφαρμογής αυτής της φιλοσοφίας.
Το κοινό στοιχείο ήταν η αναγνώριση μιας επιτακτικής ανάγκης:
ένα σύστημα άοπλης και ένοπλης μάχης σώμα με σώμα που να είναι Απλό, Άμεσο και Αποτελεσματικό.
Όχι όμορφο.
Όχι παραδοσιακό.
Όχι βαθμολογημένο.
Όχι αθλητικό.
Χρήσιμο.
Γρήγορα μεταδόσιμο.
Λειτουργικό σε ανθρώπους που δεν είχαν χρόνια να μάθουν.
Fairbairn, Sykes, Applegate και Underwood
Ο Fairbairn και ο Sykes είναι οι πιο αναγνωρισμένες μορφές στην πρώιμη διαμόρφωση του σύγχρονου Combatives. Η εμπειρία τους στη Σαγκάη, η συνεργασία τους και η μεταγενέστερη συμμετοχή τους στην εκπαίδευση προσωπικού κατά τον πόλεμο τους τοποθετούν στο κέντρο της ιστορίας.
Ο Rex Applegate, μαθητής και συνεχιστής της γραμμής αυτής, συνέβαλε σημαντικά στη διάδοση και ανάπτυξη του αμερικανικού Combatives. Η δική του συμβολή ήταν ιδιαίτερα σημαντική στη μεταφορά, προσαρμογή και συστηματοποίηση δεξιοτήτων για αμερικανικό προσωπικό.
Ο Underwood, από την άλλη πλευρά, συνδέεται στο αρχικό κείμενο με τη βορειοαμερικανική εκπαίδευση και τη συμβολή του σε στρατιωτικά και ειδικά περιβάλλοντα. Η σημασία τέτοιων ανθρώπων δεν βρίσκεται μόνο στις τεχνικές που δίδαξαν. Βρίσκεται στο ότι βοήθησαν να διαμορφωθεί μια μεθοδολογία γρήγορης, σκληρής και πρακτικής κατάρτισης.
Όλοι αυτοί λειτουργούσαν σε ένα περιβάλλον όπου δεν υπήρχε χρόνος για ρομαντισμό. Οι άνθρωποι που εκπαιδεύονταν θα έμπαιναν σε πραγματικό κίνδυνο. Άρα, το σύστημα έπρεπε να είναι κατάλληλο για αυτόν τον σκοπό.
Αυτό εξηγεί και τη σκληρότητα της πολεμικής εφαρμογής.
Αλλά δεν δικαιολογεί την άκριτη μεταφορά της σε πολίτες.
Η δυτική μεθοδολογία μεταφοράς γνώσης
Αν πρέπει να χαρακτηρίσουμε το Combatives ως δυτικό σε κάτι, αυτό είναι κυρίως στη μεθοδολογία μεταφοράς γνώσης.
Η ανατολική παραδοσιακή μεθοδολογία, ειδικά σε κλασικές πολεμικές τέχνες, συχνά δίνει βάρος σε μακροχρόνια μαθητεία, τελετουργία, φιλοσοφία, ιεραρχία και σταδιακή εσωτερική κατανόηση. Αυτά μπορεί να έχουν αξία μέσα στο δικό τους πολιτισμικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο.
Η Wartime μεθοδολογία του Combatives δεν είχε τέτοιο περιθώριο. Ο σκοπός ήταν καθαρός: επιβίωση και λειτουργικότητα. Η εκπαίδευση έπρεπε να είναι σύντομη, έντονη και πρακτική. Να μεταδίδει γρήγορα βασικές δεξιότητες. Να αφαιρεί ό,τι δεν ήταν απαραίτητο. Να κρατά ό,τι μπορούσε να εφαρμοστεί υπό πίεση.
Αυτή είναι η ουσία της δυτικής πρακτικής προσέγγισης στο Combatives.
Όχι απαραίτητα η προέλευση κάθε κίνησης.
Αλλά ο τρόπος επιλογής, συμπύκνωσης και μετάδοσης.
Απλό, άμεσο, αποτελεσματικό
Το κοινό σημείο όλων των εφαρμογών του Combatives είναι η αρχή: απλό, άμεσο, αποτελεσματικό.
Αυτό δεν είναι σύνθημα. Είναι ανάγκη. Όταν ο χρόνος εκπαίδευσης είναι περιορισμένος και η απειλή πραγματική, οι περίπλοκες λύσεις αποτυγχάνουν. Ο άνθρωπος υπό πίεση δεν έχει πρόσβαση σε λεπτές, πολύπλοκες, ιδανικές εφαρμογές. Χρειάζεται πράγματα που μπορεί να ανακαλέσει, να εφαρμόσει και να προσαρμόσει γρήγορα.
Αυτό ισχύει για τον πολίτη.
Ισχύει για τον αστυνομικό.
Ισχύει για τον στρατιωτικό.
Η διαφορά είναι ο σκοπός. Ο πολίτης εφαρμόζει για να φύγει. Ο αστυνομικός εφαρμόζει για να ελέγξει και να συλλάβει. Ο στρατιωτικός εφαρμόζει για να επιβιώσει και να ολοκληρώσει αποστολή.
Η αρχή είναι κοινή.
Το πλαίσιο αλλάζει.
Γιατί δεν έγινε άθλημα
Το Combatives δεν έγινε άθλημα γιατί η φύση του δεν ταιριάζει στον αθλητισμό. Ο αθλητισμός χρειάζεται κανόνες, ισότητα, διαιτητή, κατηγορίες, αποδεκτή επαφή και συγκεκριμένα κριτήρια νίκης. Αυτά είναι σωστά για τον αθλητισμό.
Αλλά δεν είναι το περιβάλλον της πραγματικής βίας.
Αν το Combatives γινόταν άθλημα, θα έπρεπε να αφαιρεθούν ή να περιοριστούν ακριβώς εκείνα τα στοιχεία που το κάνουν Combatives: η απλότητα, η σκληρή λειτουργικότητα, η απουσία αθλητικής συναίνεσης, η τακτική χρήση περιβάλλοντος, η άμεση διακοπή της απειλής και η έμφαση στην επιβίωση ή στη διαφυγή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μαχητικά αθλήματα δεν έχουν αξία. Έχουν. Δίνουν επαφή, φυσική κατάσταση, πίεση, αντοχή και μαχητική εμπειρία (σε αθλητικά πλαίσια φυσικά). Δεν είναι όμως Combatives. Και δεν έχουν τον ίδιο σκοπό.
Το Combatives δεν είναι για να κερδίσεις αγώνα.
Είναι για να επιβιώσεις, να ελέγξεις ή να ολοκληρώσεις αποστολή, ανάλογα με το περιβάλλον.
Η μεταπολεμική συνέχεια
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ευρεία πολεμική ανάγκη για τέτοια εκπαίδευση περιορίστηκε. Οι στρατιώτες επέστρεψαν στις χώρες τους, οι κοινωνίες προσπάθησαν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους και η μαζική εκπαίδευση σε κοντινή μάχη δεν είχε πλέον την ίδια προτεραιότητα.
Όμως οι αρχές δεν εξαφανίστηκαν.
Παρέμειναν ζωντανές σε αστυνομικά σώματα, στρατούς, ειδικές μονάδες και μυστικές υπηρεσίες. Πολλοί άνθρωποι που είχαν εκπαιδευτεί στον πόλεμο συνέχισαν να υπηρετούν ή να διδάσκουν σε αστυνομικά και στρατιωτικά πλαίσια. Έτσι, το Combatives δεν χάθηκε ως μεθοδολογία. Συνέχισε να επηρεάζει την εκπαίδευση ανθρώπων που είχαν πραγματική ανάγκη πρακτικών δεξιοτήτων βίας, ελέγχου και επιβίωσης.
Αυτό είναι ακόμη ένα στοιχείο που το διαφοροποιεί από πολλά συστήματα που έγιναν κυρίως αθλητικά ή τελετουργικά.
Το Combatives επιβίωσε εκεί όπου υπήρχε λειτουργική ανάγκη.
Όχι εκεί όπου υπήρχε ανάγκη επίδειξης.
Η σύγχρονη εφαρμογή του Combatives Group
Σήμερα, το Combatives Group πρέπει να κρατά καθαρή τη διάκριση ανάμεσα σε πολιτική, αστυνομική και στρατιωτική εφαρμογή. Αυτό είναι απαραίτητο για να μη δημιουργηθούν επικίνδυνες παρερμηνείες.
Για τους πολίτες, η έμφαση πρέπει να είναι στην αυτοπροστασία, στην αποφυγή, στη διαφυγή και στη νόμιμη άμυνα.
Για τους αστυνομικούς, η έμφαση πρέπει να είναι στην αποκλιμάκωση, στον έλεγχο, στον περιορισμό, στη συνεργασία, στην αναλογικότητα και στη λογοδοσία.
Για τους στρατιωτικούς, η έμφαση μπορεί να είναι πιο επιχειρησιακή, ανάλογα με αποστολή, περιβάλλον και κανόνες εμπλοκής.
Το ίδιο όνομα δεν σημαίνει ίδια εφαρμογή.
Το ίδιο σύστημα δεν σημαίνει ίδιο αποτέλεσμα.
Η ίδια αρχή δεν σημαίνει ίδιο επίπεδο δύναμης.
Αυτό είναι που πρέπει να καταλάβει ο σοβαρός ασκούμενος.
Πολίτες, αστυνομικοί, στρατιωτικοί — άνδρες και γυναίκες
Το Combatives μπορεί να αφορά άνδρες και γυναίκες, πολίτες και επαγγελματίες, επειδή δεν βασίζεται σε αθλητική εξειδίκευση ή σε πολύπλοκη τεχνική ύλη. Βασίζεται σε αρχές που προσαρμόζονται στο σώμα, στον ρόλο, στο περιβάλλον και στον σκοπό.
Αυτό είναι κρίσιμο.
Μια γυναίκα πολίτης δεν χρειάζεται την ίδια εφαρμογή με έναν στρατιώτη ειδικών δυνάμεων. Ένας αστυνομικός δεν χρειάζεται την ίδια εφαρμογή με έναν πολίτη που θέλει να διαφύγει. Ένας στρατιωτικός δεν χρειάζεται να σκέφτεται όπως ένας πολίτης που θα κριθεί από το πλαίσιο άμυνας της καθημερινής ζωής.
Και όμως, όλοι μπορούν να ωφεληθούν από τις ίδιες κεντρικές αρχές:
- απλότητα,
- αμεσότητα,
- λειτουργικότητα,
- επίγνωση,
- απόφαση,
- πίεση,
- προσαρμογή,
- τελικός σκοπός.
Το Combatives είναι κατάλληλο για διαφορετικές ομάδες μόνο όταν ο εκπαιδευτής δεν αγνοεί τις διαφορές τους.
Το λάθος της άκριτης μεταφοράς
Το μεγαλύτερο λάθος είναι η άκριτη μεταφορά.
Να παίρνουμε κάτι από πολεμικό πλαίσιο και να το διδάσκουμε σε πολίτες σαν να ζουν σε πόλεμο. Ή να παίρνουμε αστυνομικές μεθόδους ελέγχου και να τις παρουσιάζουμε σε πολίτες που δεν έχουν καθήκον σύλληψης. Ή να παίρνουμε αθλητική προπόνηση και να την παρουσιάζουμε ως αυτοάμυνα.
Κάθε περιβάλλον έχει άλλους κανόνες.
Ο πολίτης πρέπει να φύγει.
Ο αστυνομικός πρέπει συχνά να μείνει και να ελέγξει.
Ο στρατιωτικός μπορεί να πρέπει να προχωρήσει προς την απειλή.
Αυτές οι τρεις πραγματικότητες δεν είναι ίδιες.
Η σοβαρή εκπαίδευση αρχίζει όταν το αναγνωρίζουμε.
Η θέση του Combatives Group
Το Combatives Group μπορεί να στηρίξει τη θέση ότι το σύστημα αφορά πολίτες, αστυνομία και στρατό, επειδή η ιστορία και η μεθοδολογία του το επιτρέπουν. Όμως αυτή η θέση πρέπει να συνοδεύεται από καθαρή εξήγηση.
Το Combatives δεν είναι ένα ενιαίο «πακέτο βίας» που εφαρμόζεται παντού με τον ίδιο τρόπο. Είναι μεθοδολογία που προσαρμόζεται στο πλαίσιο. Η αξία του βρίσκεται στην απλότητα, στην αμεσότητα και στην αποτελεσματικότητα, αλλά και στην ικανότητά του να μεταφράζεται σωστά ανάλογα με τον ρόλο του ασκούμενου.
Για τον πολίτη, το Combatives είναι αυτοπροστασία και αυτοάμυνα.
Για τον αστυνομικό, είναι έλεγχος, περιορισμός και ασφαλής διαχείριση βίας.
Για τον στρατιωτικό, είναι εργαλείο επιβίωσης και αποστολής.
Αν αυτά μπερδευτούν, η εκπαίδευση γίνεται επικίνδυνη.
Αν ξεχωριστούν σωστά, το σύστημα δείχνει την πραγματική του αξία.
Τελική σκέψη
Η ιστορία του Combatives δείχνει ότι η αρχική του βάση ήταν αστική. Γεννήθηκε από την ανάγκη να αντιμετωπιστεί πραγματική βία σε αστικό περιβάλλον. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μεταφέρθηκε και προσαρμόστηκε σε πολεμικό περιβάλλον. Μετά τον πόλεμο, συνέχισε να επηρεάζει αστυνομική, στρατιωτική και επαγγελματική εκπαίδευση.
Αυτό δεν το κάνει άθλημα.
Δεν το κάνει παραδοσιακή πολεμική τέχνη.
Δεν το κάνει απλώς «μάχη σώμα με σώμα».
Το κάνει μια πρακτική μεθοδολογία αντιμετώπισης βίας, με διαφορετικές εφαρμογές ανάλογα με τον άνθρωπο, τον ρόλο και το περιβάλλον.
Ο πολίτης χρειάζεται να προστατευτεί.
Ο αστυνομικός χρειάζεται να ελέγξει.
Ο στρατιωτικός χρειάζεται να ολοκληρώσει αποστολή.
Το Combatives μπορεί να υπηρετήσει και τα τρία, αρκεί να διδάσκεται με καθαρή κατανόηση των διαφορών.
Αυτό είναι το σημείο.
Μία μέθοδος.
Πολλές εφαρμογές.
Άλλο πλαίσιο, άλλος σκοπός, άλλη ευθύνη.
Συνέχεια ανάγνωσης
- Για το υπάρχον άρθρο, δείτε τη σελίδα Αστική / Πολεμική εφαρμογή του Combatives.
- Για την αρχική ιστορία του Defendu, συνεχίστε με τα άρθρα Defendu, μια πρώτη ματιά και Defendu, η Αρχή.
- Για τη σύνδεση του Defendu με τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, διαβάστε το άρθρο Defendu, 2ος Παγκόσμιος Πόλεμος.
- Για τη σύγχρονη προσέγγιση της εκπαίδευσης, δείτε τις σελίδες Ρεαλιστική εκπαίδευση, Το Σύστημα του Combatives Group και Για ποιους είναι κατάλληλο το Combatives;.
- Για τη διάκριση αυτοάμυνας, πολεμικών τεχνών και μαχητικής άθλησης, διαβάστε τα άρθρα Πολεμικές τέχνες, Μαχητική άθληση ή Αυτοάμυνα; και Οι κίνδυνοι της παρερμηνείας.
Σημείωση ασφαλείας
Το άρθρο δεν παρέχει τεχνικές οδηγίες σωματικής βίας. Η εκπαίδευση Combatives πρέπει να γίνεται με υπεύθυνη καθοδήγηση, προστατευτικό εξοπλισμό, ρεαλιστική αλλά ελεγχόμενη πίεση και σαφή διάκριση ανάμεσα σε πολιτική, αστυνομική και στρατιωτική εφαρμογή.
Νομική σημείωση
Το άρθρο δεν αποτελεί νομική συμβουλή. Η πολιτική αυτοάμυνα πρέπει να παραμένει μέσα στα όρια της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της νόμιμης προστασίας. Η πολεμική λογική δεν μεταφέρεται αυτούσια στην κοινωνία.
Σημείωση κατά της φαντασίωσης
Το ότι ένα σύστημα έχει πολεμική ιστορία δεν σημαίνει ότι ο πολίτης πρέπει να σκέφτεται σαν στρατιώτης. Η ρεαλιστική αυτοάμυνα απαιτεί καθαρό πλαίσιο, όχι φαντασίωση μάχης.
Σημείωση εμπειρίας
Το Combatives Group θεωρεί ότι η δύναμη του συστήματος βρίσκεται στην προσαρμογή των ίδιων βασικών αρχών σε διαφορετικές ανάγκες: πολίτη, αστυνομικού και στρατιωτικού.
Επικοινωνία
Αν θέλετε να μάθετε πώς προσαρμόζεται η μεθοδολογία Combatives σε πολίτες, αστυνομία ή επαγγελματικά περιβάλλοντα αυξημένου κινδύνου, επικοινωνήστε με το Combatives Group.